2017: Ετος αφιερωμένο στην μνήμη του μεγάλου Έλληνα φιλόσοφου και στοχαστή, Νίκου Καζαντζάκη



Ο Νίκος Καζαντζάκης στην Αντίμπ
-καλοκαίρι 1954

Η γραφομηχανή δημοσιεύει το τελευταίο άρθρο της για το 2017, το έτος που είναι αφιερωμένο στη μνήμη του μεγάλου Έλληνα φιλόσοφου και στοχαστή, Νίκου Καζαντζάκη. Με αφορμή τη συμπλήρωση 60 χρόνων από τον θάνατό του, τιμάμε τη μνήμη του με ένα μικρό και σεμνό αφιέρωμα σε ορισμένα κείμενα από το τεράστιο, διαχρονικό και παγκόσμιο έργο του, που αποτελούν (κατά την προσωπική μου γνώμη), πυξίδα πνευματική για κάθε ελεύθερο ταξιδιώτη στον ατέλευτο, βαθυσκότεινο λαβύρινθο του χωροχρόνου, τον οποίο ο Νίκος ονόμαζε Χάος ...



Οι Κινέζοι έχουν μια παράξενη κατάρα: «Την κατάρα μου να ‘χεις και να γεννηθείς σε μια ενδιαφέρουσα εποχή».
Γεννηθήκαμε σε μια ενδιαφέρουσα εποχή, γεμάτη αλλοπρόσαλλες απόπειρες, περιπέτειες και συγκρούσεις· συγκρούσεις όχι μονάχα, όπως άλλοτε, ανάμεσα στις αρετές και στις κακίες, παρά -κι αυτό ’ναι το πιο τραγικό- ανάμεσα στις ίδιες τις αρετές.
Οι παλιές αναγνωρισμένες αρετές αρχίζουν να χάνουν το κύρος τους, δεν μπορούν πια να επαρκέσουν στο θρησκευτικό, ηθικό, πνευματικό, κοινωνικό αίτημα της σύγχρονης ψυχής. Θαρρείς κι η ψυχή του ανθρώπου μεγάλωσε και δε χωράει πια στα παλιά καλούπια.
Στα σπλάχνα της εποχής μας, στα σπλάχνα κάθε συγχρονισμένου ανθρώπου, είτε συνειδητά είτε ασύνειδα, ξέσπασε ένας εμφύλιος πόλεμος, χωρίς έλεος, ανάμεσα στον παλιό, παντοδύναμο άλλοτε μύθο, που ξεθύμανε μα πολεμάει απελπισμένα να ρυθμίσει ακόμα τη ζωή μας, και στο νέο μύθο, που μάχεται, αδέξια ακόμα κι ανοργάνωτα, να κυβερνήσει τις ψυχές μας.
Γι’ αυτό κάθε ζωντανός άνθρωπος σήμερα σπαράζεται από τη δραματική μοίρα του καιρού του.

Νίκος Καζαντζάκης -Αναφορά στον Γκρέκο.



Μια μικρή ανυπόταχτη πνοή μάχεται μέσα μου απελπισμένα να νικήσει την ευτυχία, την κούραση και το θάνατο. Συντηρώ την καρδιά μου φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη. Νιώθω στην καρδιά μου όλες τις ταραχές και τις αντινομίες, τις χαρές και τις πίκρες της ζωής. Μα αγωνίζουμαι να τις υποτάξω σ' ένα ρυθμό ανώτερο από το νου, σκληρότερο από την καρδιά μου. Στο ρυθμό του Συμπάντου που ανηφορίζει...
Δεν είσαι δούλος μου, μήτε παιχνίδι στις απαλάμες μου. Δεν είσαι φίλος μου, δεν είσαι παιδί μου. Είσαι ο σύντροφός μου στη μάχη. Κράτα γενναία τα στενά που σου εμπιστεύτηκα· μην τα προδώσεις. Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας. Αγάπα τον κίνδυνο.
Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω. Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ· ακολούθα μου.
Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερό του ρυθμό είναι λεύτερος. Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπός μου απάνω στη γης ετούτη. Ν’ αγαπάς την ευθύνη. «Να λες. Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.
Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους, να ζητάς συντρόφους. Να ’σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση.
Πού πάμε; Θα νικήσουμε ποτέ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα. Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε... Οι δυνάμες που δουλεύουν εντός μου, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και ζω, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και πεθαίνω είναι, σίγουρα, και δικές του δυνάμες. Δεν είμαι ένα μετέωρο αρίζωτο στον κόσμο. Είμαι χώμα από το χώμα του και πνοή από την πνοή του.
Δε φοβούμαι μοναχός, δεν ελπίζω μοναχός, δε φωνάζω μοναχός μου. Μια παράταξη μεγάλη, μια φόρα του Συμπάντου φοβάται, ελπίζει, φωνάζει μαζί μου.
«Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα τ’ ανθρώπου, να σπας τα σύνορα. Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου»
«Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος για να φωτίσεις τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει».
«Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι...»
«Να μην αρνιέσαι τη νιότη σου ως τα βαθιά γεράματα, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου».
«Έχουν να πουν πως άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία».
«Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα».
«Άστρα, πουλιά, σπόροι, όλα υπακούν. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι’ αυτό κι απ’ όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία».
«Δεν διαλέγεις αυτά που πιστεύεις. Αυτά διαλέγουν εσένα».
«Πιστεύω στα αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα».
«Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα τ΄ ανθρώπου, να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου».
«Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει».
«Ένας δρόμος, ένας μονάχα οδηγάει στον Θεό, ο ανήφορος».
«Αν δε δει ο Θεός χέρι ανθρώπου, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του».
«Σκύβω απάνω στο μερμήγκι, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού».
«Θεός είναι η ακατάλυτη δύναμη που μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη».
«Το πρώτο σου χρέος, εκτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει».
Αυτή να ΄ναι η αξία του ανθρώπου: να ζητάει και να ξέρει πως ζητάει το αδύνατο… Πώς να πιστέψουν οι άπιστοι τι θάματα μπορεί να γεννήσει η πίστη; Ξεχνούν πως η ψυχή του ανθρώπου γίνεται παντοδύναμη, όταν συνεπαρθεί από μια μεγάλη ιδέα.
Τρομάζεις όταν, ύστερα από πικρές δοκιμασίες, καταλαβαίνεις πως μέσα μας υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να ξεπεράσει τη δύναμη του ανθρώπου, τρομάζεις. Γιατί δεν μπορείς πια να βρεις δικαιολογίες για τις ασήμαντες ή άνανδρες πράξεις σου, ρίχνοντας το φταίξιμο στους άλλους.
Ξέρεις πως εσύ, όχι η μοίρα, όχι η τύχη, μήτε οι άνθρωποι γύρω σου, εσύ μονάχα έχεις, ό,τι και αν κάμεις, ό,τι και αν γίνεις ακέραιη την ευθύνη. Και ντρέπεσαι τότε να γελάς, ντρέπεσαι να περιγελάς αν μια φλεγόμενη ψυχή ζητάει το αδύνατο.
Καλά πια καταλαβαίνεις πως αυτή ‘ναι η αξία του ανθρώπου: να ζητάει και να ξέρει πως ζητάει το αδύνατο και να 'ναι σίγουρος πως θα το φτάσει, γιατί ξέρει πως αν δε λιποψυχήσει, αν δεν ακούσει τι του κανοναρχάει η λογική, μα κρατάει με τα δόντια την ψυχή του κι εξακολουθεί με πίστη, με πείσμα να κυνηγάει το αδύνατο, τότε γίνεται το θάμα, που ποτέ ο αφτέρουγος κοινός νους δε μπορούσε να το μαντέψει: το αδύνατο γίνεται δυνατό.


______________________
Στα χέρια της ΠΕΤΡΟΥΛΑΣ ΨΗΛΟΡΕΙΤΗ
τα φιλντισένια και τα θαυματουργά
που ξέρουνε κι ανοίγουν όλες τις πόρτες
της Καλοσύνης
βάζω -σπουργιτάκια νιογέννητα και λιγόχρονα-
τις ΣΠΑΣΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ
να χαρούνε λίγο τον ήλιο
πρι να πεθάνουν.

Αφιέρωση του συγγραφέα στην «Πετρούλα Ψηλορείτη» (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Γαλάτειας Αλεξίου), από το μυθιστόρημα Σπασμένες Ψυχές.


με εκτίμηση,
 30/12/2017


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε ελεύθερα το σχόλιο ή την κριτική σας. Η γραφομηχανή είναι ένας δικτυακός τόπος βασισμένος στην πολυφωνία και στην ελευθερία του λόγου. Όμως σχόλια με υβριστικό ή /και προσβλητικό περιεχόμενο δεν θα γίνονται δεκτά.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ