μικρός ταξιδευτής > @da Cruz da Rocha

23/02/2018 -γράφει ο Μάρκος Σαριμανώλης

03:17 / Λισαβόνα, στο πλακόστρωτο σοκάκι da Cruz da Rocha.  Φλεβάρης. Τρεις πόρνες απομέθυστες ακουμπάνε στους ώμους μας και γελάνε δυνατά. Ο νέος (ως συνήθως) αρχινάει τις ερωτήσεις.  ​- Γιατί είναι ατίμητη η ψυχή κι η σιγαλιά κοστίζει; - Ξάνοιξε τις πόρνες. Τώρα θυμήσου τα σύννεφα, το λιβάνι, τον καπνό του τσιγάρου. Θα καταλάβεις...


Ξημέρωμα Παρασκευής.
Κοιτώ τη γραφομηχανή και αναρωτιέμαι. Θα μείνω με τις σκέψεις μου, που φεύγουν αρμαθιά κάθε πρωί κατά τον Νότο; ​
Ώρες ώρες με πληγώνει μα τι να κάνω άλλο; Να φκιάξω ένα ταξίδι αβασίλευτο; Να ξεκινάει από το Πέραμα με χάρτινη βαρκούλα και να φτάνει ως το γερό σκαρί του πέλαγου -την πληγωμένη Κύπρο; Φως μελιχρό ν΄ ακολουθεί τα κύματα τα πρύμνης; Κι ομπρός; Να ΄χω στην πλώρη λευκοκέντητες δαντέλλες απλωμένες; Όχι. Όχι. Δεν μπορώ. Εγώ δεν είμαι ποιητής. Θα μείνω με τις σκέψεις μου, που φεύγουν αρμαθιά κάθε πρωί κατά τον Νότο. ​Κι εσύ που δεν εγέρασες παρά στα χρόνια μόνο, έλα κοντά μου, εσένα νιώθω φίλο περισσότερο από όλους.

03:17 / Λισαβόνα, στο πλακόστρωτο σοκάκι da Cruz da Rocha.
Φλεβάρης.
Τρεις πόρνες απομέθυστες ακουμπάνε στους ώμους μας και γελάνε δυνατά. Ο νέος (ως συνήθως) αρχινάει τις ερωτήσεις.
​- Γιατί είναι ατίμητη η ψυχή κι η σιγαλιά κοστίζει;
- Ξάνοιξε τις πόρνες. Τώρα θυμήσου τα σύννεφα, το λιβάνι, τον καπνό του τσιγάρου. Θα καταλάβεις...

​- Καπετάνιε, άλλη μια τελευταία, μετά θα πάρω το κορίτσι απόμερα και θα γλιτώσεις. Γιατί είναι έντιμη η καρδιά κι η μοναξιά σκοτώνει;
​- Ξάνοιξε τους περαστικούς, τα πουλιά, τα κύματα. Τώρα θυμήσου εκείνη τη μιγάστερνη* γριά που πλήρωσες για να ΄χεις συντροφιά την πόρνη. Θυμήσου τους κάβους. Το χθεσινό κυνηγητό στις αποβάθρες. Δεν θα καταλάβεις...


14:26 / Κατάστρωμα 23-Β.
- Τι περιμένεις; Καλό; Στην Κόλαση στεριά και στη ζωή ορφάνια...
​Ακολούθησε τα χνάρια μας βουβή η αναγγελία:
δυό θ΄ απολυθούν -ο τρίτος θα μερώσει.
- Έχω γυναίκα από παλιά δεμένη στο νησί μου, με ένα παιδί στον κόρφο της με σπέρμα χαραγμένο.
Μια σιωπή σύρθηκε στο κατάστρωμα. Ένα κερί αγρυπνούσε τώρα πλάι στο βλέμμα μας. Έσκυψαν οι πλάτες μας. Τα μάτια μας κουράστηκαν, έκλεισαν κι αυτά. Μας έκαψε η φωτιά τις σκέψεις.
- Και αύριο μέρα είναι, θα δούμε.
Θλιμμένα βλέμματα τσακίζονταν στην κρύα λαμαρίνα.
- Θ΄ ανοίξει ο ουρανός αύριο ε; Θα βρέξει δουλειά για όλους; Ψωμί, πουτάνες, πιόμα;
Ο νεκροθάφτης ξάνοιξε στο κοίλιασμα. Παραφυλούσε ο πρόστυχος μ΄ ένα κλαδί στο χέρι του με φύκια τυλιγμένο. Τρόμαξα. Βάσταξα γερά το σιδερένιο ρέλι.
"Μάνα!"
"Κάποια στιγμή τα βάσανα να ξέρεις θα μερώσουν. Κατήφορος βαρύς -ανάλαφρο βελόνι. Σάβανο η ανάγκη απλώνεται να ντύσει ότι γουστάρει."
πιο δυνατά... "Μάνα!!!"
"Μόλις θα βρεις στεριά θυμήσου με. Κάνε το δάκρυ ουρανό, τον πόνο κάνε χώμα. Να φύγει η πίκρα σαν νερό, να γίνει ο χρόνος σώμα..."

​Γύρισα ιδρωμένος. Ο μάγειρας έλεγε τα δικά του.
- Ο μπάσταρδος! Εκείνος φταίει για όλα.
​- Δεν φταίει τον ρώτησα. Δεν έχει σάρκα η διαταγή, ψυχή θαρρώ δεν έχει. Σκάει στο κεφάλι μας χωρίς να λογαριάζει.
​- Πριν από λίγο πόσο όμορφα και τώρα η ασχήμια.
​- Όμορφα; Γιομάτη η μνήμη ανάκατα κουφάρια και σκουπίδια. Πόρνες που γελούσανε σαν ήταν δακρυσμένες. Για δες ...πόσες σειρές μας άφησαν και πόσες μας ληστέψαν;
​- Οι μελλοθάνατοι γελούν. Τ΄ ακούς; Γελούν οι μελλοθάνατοι και οι δικαστές δακρύζουν!
​- Το ΄χει η εποχή να θάβει ολοζώντανο τον άνθρωπο.

Άναψε τσιγάρο ο δεύτερος και στάθηκε στην άκρη του χωρίς να τον ακούμε. Μπορεί να σκεφτότανε αλλά τα μάτια του μας μιλούσαν.
"Πήραμε τόσες πληγές, τόσες στεναχώριες, τόση δουλειά στις πλάτες μας, στα χέρια και στα πόδια. Άδικο είναι. Πάνω στα μαύρα μας κορμιά οι δρόμοι τερματίζουν. Και αν στα πέλαγα κελιά μας έχουν κρατημένα, πρώτος να πέσω στο νερό στην άγκυρα δεμένος. Ετούτη η οργή σαν αστραπή θα πέσει να μας κάψει. Σήμερα ΄γω, αύριο ΄συ, την άλλη ο τελευταίος. Κοράκια κρένουν στη σειρά, καλιά του ο πεθαμένος."
Γύρισε προς το μέρος μας και άρχισε να σιγοτραγουδάει εκείνο το τραγούδι που έγραψα στην Ύδρα μα κανένας δεν το διάλεξε να βάλει τις κιθάρες.    

φορές λυπάσαι που άφησες λεπτό σχοινί να φύγει
να πιάσει κάβο να δεθεί σ΄ απόκρυφο λιμάνι
και δεν λυπάσαι που άρρωστο σε πήραν στο κυνήγι
​προτού προλάβεις να χαρείς Σμυρνέικο λιβάνι
Όσο να ξεκινήσουμε για το στερνό ταξίδι των καιρών, ο νέος είχε ξεστρατίσει και ο δεύτερος πότε μιλούσε ακόμα με παράπονο κοιτάζοντας το πέλαγο και πότε σώπαινε και σφύριζε μια μελωδία στέρφα. Άγονη η γραμμή των οριζόντων. Καμιά ελπίδα.

Γινήκαμε ένα σαπιοκάραβο από σκιές, σκουριά και καπετάνιους...
​Η αγρυπνία δεν μας σώνει αλλά κρατάει τη σκέψη όρθια.
Θα τα καταφέρουμε.
Καλή δύναμη.


*μιγάστερνη: Είναι δική μου λέξη. Προκύπτει από τις λέξεις μιγάς δλδ άνθρωπος προερχόμενος από διασταύρωση διαφορετικών φυλών, και στερνή που σημαίνει τελευταία. Σαν να λέμε μεταφορικά, η τελευταία διασταύρωση του είδους. Δημιούργησα αυτή τη λέξη για να οριοθετήσω το πέρασμα από το "παλιό" στο "νέο".

.
.X .
.
.
.
X2 .
.
.
.
||| Το κείμενο είναι προϊον πνευματικής ιδιοκτησίας και ως εκ τούτου προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Νόμου Ν.2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή για εμπορική χρήση. Επιτρέπεται όμως η αντιγραφή σε άλλα site και blog, αρκεί να αναφέρεται το όνομα του δημιουργού (ΜΑΡΚΟΣ ΣΑΡΙΜΑΝΩΛΗΣ) και η πηγή: http://www.grafomichani.com |||

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ