Με λέξεις πιασμένες στην απόχη > Ο καφές

-γράφει η Ελένη Νέστορα


Ο ΚΑΦΕΣ

28/4/2018

Παράξενες οι λέξεις, σκέφτηκε, σαν διαλύονται. Χάνεται μαζί τους και το νόημα. Φεύγει το συναίσθημα. Κανένας δεν καταλαβαίνει πια τι ήθελες ή τι προσπαθούσες να πεις, μετά από λίγο ούτε συ ο ίδιος. Η σιωπή αποκτά ξανά την ηρεμία της κι εκείνες λες και καίγονται στο καθαρτήριο καταδικασμένες σε θάνατο.


Έκατσε στο πρώτο καφέ που βρήκε. «Σκέτο παρακαλώ» είπε στον σερβιτόρο που σηκώθηκε βαριεστημένος. Απόμεινε να τον πίνει σιωπηλή. Στο λευκό φλιτζάνι με το άσπρο πιάτο. Ασυναίσθητα ανακάτεψε με το κουταλάκι. Τότε τις είδε. Κάποιες λέξεις πνίγονταν αβοήθητες. Ω, πότε της ξέφυγαν, χαμπάρι δεν πήρε. Τα φωνήεντα φώναζαν δυνατότερα μα πολέμαγαν να κρατηθούν στη ζωή. Τα σύμφωνα έμοιαζαν να εγκαταλείπουν.

Κοίταξε γύρω τρομαγμένη. Λες να τις άκουγε κάποιος; Να καταλάβαινε το έγκλημα που ετοιμάζονταν να κάνει; Ήθελε να τις πνίξει από καιρό μα όλο ξέφευγαν. Προσπάθησε κι άλλες φορές. Σ’ άλλα ποτήρια μ’ άλλα ποτά. Μα εκείνες κατάφερναν και σώζονταν. Τελευταία στιγμή πηδούσαν έξω. Πάνω που’ λεγε: «Σώθηκα!» να’ σου τες να λιγώνουν πάλι το στόμα της.
Ο καφές ήταν η τελευταία της ελπίδα.  Χωρίς ζάχαρη κι ας τον έπινε γλυκό. Συνέχισε ν’ ανακατεύει. Σφίγγονταν η καρδιά της. Τις είχε συνηθίσει τόσο καιρό να την τυραννούν. Ο καφές τέλειωνε. Κάποιες είχαν ήδη φύγει. Τα μικρά τους ερείπια, αποσυναρμολογημένα σώματα θαρρείς, επέπλεαν ναυαγισμένα. Ένα πι, ένα ωμέγα, ένα ήτα, κάτι που έμοιαζε με γάμα να σπρώχνει ένα άλφα.
Παράξενες οι λέξεις, σκέφτηκε, σαν διαλύονται. Χάνεται μαζί τους και το νόημα. Φεύγει το συναίσθημα. Κανένας δεν καταλαβαίνει πια τι ήθελες ή τι προσπαθούσες να πεις, μετά από λίγο ούτε συ ο ίδιος. Η σιωπή αποκτά ξανά την ηρεμία της κι εκείνες λες και καίγονται στο καθαρτήριο καταδικασμένες σε θάνατο.
Για μια στιγμή θαρρείς πως μυρίζεις τη σάρκα τους , καθώς παρανάλωμα γίνονται, ανακατεμένη μ’ άνοιξης ευωδιές ξεχασμένων μεσημεριών. Ξάφνου, ανθέων αιθέρια έλαια, λιγωτικά, διασχίζουν τον εαρινό ορίζοντα και τρυπώνουν από κάθε άνοιγμα του κορμιού σου. Αφήνεσαι να παρασυρθείς από τον ήχο τους, την ώρα που τις προσφέρεις  σε θυσία εξαγνισμού. Λες και ξανά δε θα μιλήσεις. Θα βουτηχτείς σε μια αέναη σιωπή όπως σαν βουλιάζεις στο νερό κι αφήνεσαι να σε παρασύρει. Κι ακούς μόνο το τραγούδι της φάλαινας, τη φλυαρία των δελφινιών, το σύρσιμο του υγρού πάνω στις πέτρες που κροταλίζουν ευγενικά και λες πως τώρα ξέρεις ευτυχία τι θα πει.
«Έλα!» φωνάζει μια φωνή μέσα της και την ξυπνά απ’ τον ηδυπαθή της λήθαργο. «Λίγο ακόμα, κουράγιο, λίγο ακόμα…» μουρμουρίζει. Το γκαρσόν την κοιτά παράξενα καθώς μονολογεί.  Σίγουρη πως τα κατάφερε πίνει απρόσεκτα μονορούφι την τελευταία ρουφηξιά. Και τότε τα βλέπει. Κολλημένα στον πάτο του άσπρου φλιτζανιού. Ένα α κι ένα ω. Η αρχή; Το  τέλος; Το τέλος; Η αρχή;
Στυλώνει το βλέμμα έξω απ’ το παράθυρο. Οι νεραντζιές άνθισαν, πάλι δεν κατάλαβε πότε. Αφήνεται στη μοίρα της. Πώς να σωπάσει τες; Τούτες και θαμμένες ανθίζουν. Και πνιγμένες μιλούν.
Σπόροι σπαρμένοι απ’ άνεμο αγύρτη ξεριζώνονται;

.
.
.


.
.


||| Το κείμενο είναι προϊον πνευματικής ιδιοκτησίας και ως εκ τούτου προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Νόμου Ν.2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή για εμπορική χρήση. Επιτρέπεται όμως η αντιγραφή σε άλλα site και blog, αρκεί να αναφέρεται το όνομα του δημιουργού (ΕΛΕΝΗ ΝΕΣΤΟΡΑ) και η πηγή: http://www.grafomichani.com |||

.
.
.


>  ακολουθήστε την Ελένη Νέστορα στο Facebook

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ