Με λέξεις πιασμένες στην απόχη > ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

-γράφει η Ελένη Νέστορα


ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
26-5-2018


-γράφει η Ελένη Νέστορα / Το σπίτι σύγχρονο, όχι κάτι το ιδιαίτερο. Ένα συνηθισμένο διώροφο πόλης με ισόγειο και πρώτο όροφο, φτιαγμένο να δοθεί προίκα στην κόρη της οικογένειας, που μετακόμισε απ’ το χωριό στο κλεινόν άστυ για καλύτερες μέρες. Απαραίτητη κρίθηκε κι η μετακόμισή της γιαγιάς Ρηνιώς μαζί με την υπόλοιπη οικοσκευή. «Μάνα, μόνη στο χωριό δε σ’ αφήνω. Μεγάλωσες πια. Μαζί μας, θα’ ρθεις!» της είπε η κόρη της και την πήρε με το έτσι θέλω. Χήρα βλέπεις από καιρό η Ρηνιώ κι η λατρεμένη της μοναχοπαίδι. Τι να’ κανε; Το χωριό όμως την κυνήγαγε μ’ όλες του τις αναμνήσεις. Ήταν ο συγχωρεμένος που’ ρχονταν στον ύπνο της και της παραπονιόταν πως τον άφησε μόνο. Ήταν τα γέλια κι οι χαρές κάτω απ’ την κρεβατίνα της αυλής σαν έσμιγε το σόι Κυριακές και γιορτές και τα παιδιά ξεσήκωναν τον κόσμο με τα κελαηδίσματά τους. Οι γλάστρες και το περβολάκι της δίπλα στο πηγάδι π’ άνοιξε ο πατέρας της. Τα πουλιά και τα ζώα της αυλής της. Πού να τα χωρέσει όλα αυτά και να τα πάρει μαζί της! Ίσα που στρίμωξε τα στέφανα και το εικονοστάσι της ανάμεσα στα τηγάνια και τα κατσαρολικά, την παλιά τραπεζαρία κι ένα καναπεδάκι με δυο πολυθρονίτσες – μικρό βλέπεις το διαμερισματάκι στο ισόγειο. Είδε κι έπαθε να συνηθίσει τους ήχους και τις μυρωδιές, τις νέες συνήθειες. Κάθε απόγευμα έβγαζε το καρεκλάκι της στο πεζοδρόμιο κι αναπολούσε τις βεγγέρες με τις φιλενάδες της, τη γλύκα τ’ απόδειπνου με τον κύρη της να καπνίζει ένα τελευταίο τσιγάρο πριν θέσει, τη δροσιά της νύχτας…  Όλα αλλιώτικα!



Το σπίτι σύγχρονο, όχι κάτι το ιδιαίτερο. Ένα συνηθισμένο διώροφο πόλης με ισόγειο και πρώτο όροφο, φτιαγμένο να δοθεί προίκα στην κόρη της οικογένειας, που μετακόμισε απ’ το χωριό στο κλεινόν άστυ για καλύτερες μέρες.

Απαραίτητη κρίθηκε κι η μετακόμισή της γιαγιάς Ρηνιώς μαζί με την υπόλοιπη οικοσκευή. «Μάνα, μόνη στο χωριό δε σ’ αφήνω. Μεγάλωσες πια. Μαζί μας, θα’ ρθεις!» της είπε η κόρη της και την πήρε με το έτσι θέλω. Χήρα βλέπεις από καιρό η Ρηνιώ κι η λατρεμένη της μοναχοπαίδι. Τι να’ κανε;

Το χωριό όμως την κυνήγαγε μ’ όλες του τις αναμνήσεις. Ήταν ο συγχωρεμένος που’ ρχονταν στον ύπνο της και της παραπονιόταν πως τον άφησε μόνο. Ήταν τα γέλια κι οι χαρές κάτω απ’ την κρεβατίνα της αυλής σαν έσμιγε το σόι Κυριακές και γιορτές και τα παιδιά ξεσήκωναν τον κόσμο με τα κελαηδίσματά τους. Οι γλάστρες και το περβολάκι της δίπλα στο πηγάδι π’ άνοιξε ο πατέρας της. Τα πουλιά και τα ζώα της αυλής της. Πού να τα χωρέσει όλα αυτά και να τα πάρει μαζί της! Ίσα που στρίμωξε τα στέφανα και το εικονοστάσι της ανάμεσα στα τηγάνια και τα κατσαρολικά, την παλιά τραπεζαρία κι ένα καναπεδάκι με δυο πολυθρονίτσες – μικρό βλέπεις το διαμερισματάκι στο ισόγειο.

Είδε κι έπαθε να συνηθίσει τους ήχους και τις μυρωδιές, τις νέες συνήθειες. Κάθε απόγευμα έβγαζε το καρεκλάκι της στο πεζοδρόμιο κι αναπολούσε τις βεγγέρες με τις φιλενάδες της, τη γλύκα τ’ απόδειπνου με τον κύρη της να καπνίζει ένα τελευταίο τσιγάρο πριν θέσει, τη δροσιά της νύχτας…  Όλα αλλιώτικα!

Μια τέτοια νύχτα με φεγγάρι ήταν που πήρε την απόφαση. «’Γω τον παράδεισό μου θα τον ξαναφτιάξω κι ας είναι σε μια χούφτα γη» είπε της σελήνης και πήγε για ύπνο ήρεμη μετά από καιρό.

Το’ πε και το’ κανε η κυρα-Ρηνιώ το θαύμα της. Φύτεψε σύριζα στο δρόμο μια βερικοκιά, τ’ αγαπημένο δέντρο του κυρού της και κατιφέδες με βασιλικό και δυόσμο. Στις γλάστρες έλαμπαν τα γεράνια και στα ριζά του δέντρου φύτρωσαν άγριες κι οι μαντηλίδες και τα σεμνά αγριόχορτα. Μια σπιθαμή ο παράδεισός της μα ήταν αυτός που μου’ κλεψε το βλέμμα σαν τον συνάντησα πρώτη φορά  πηγαίνοντας στη δουλειά.

Εκεί την πρωτοείδα να κάθεται στη σκιά της βερικοκιάς να καθαρίζει χόρτα.  Τη νόνα μου θυμήθηκα κι ένας κόμπος μου’ κλεισε το λαιμό.

Από τότε την παρακολουθούσα διακριτικά να ζει στο μικρό της παράδεισο,  που με τόση λαχτάρα είχε φτιάξει. Άλλοτε κρέμαγε τα λιγοστά της ρουχαλάκια  σ’ ένα σκοινάκι που’ χε δέσει στα κλαδιά του δέντρου, άλλοτε διπλωμένη στα δυο ξεβοτάνιζε με περισσή φροντίδα τούτη τη χούφτα γης που την ένωνε μ’ ό,τι αποχαιρέτησε κι άλλοτε καθισμένη στο σκαμνάκι της έπινε το μοναχικό καφέ της μέρας κι αν περνούσε κάποιος γείτονας τον καλούσε με τρυφεράδα περισσή να τον μοιραστούν.

Μα κείνη η γλύκα που’ νιωθα σαν την έβρισκα να χτενίζει τα μακριά μαλλιά της, ξέπλεκα στους ώμους, πριν τα πλέξει σε κοτσίδες και τα φυλακίσει κάτω απ’ το σκούρο τσεμπέρι της, αξέχαστη θα μου μείνει. Μπροστά μου ξάφνου  ζωντάνευε η Εύα, νέα και ξέγνοιαστη, μ’ όλη την ομορφάδα της να λάμπει κάτω απ’ τα δέντρα της Εδέμ, πριν μοιραστεί το κορμί της σε κομμάτια, πριν νιώσει πόνος τι θα πει, πριν χάσει τ’ όνειρο.

 Έτσι και η κυρα- Ρηνιώ, κορίτσι γίνονταν μες στον παράδεισό της κι εγώ θαύμαζα κι απόμενα να στέκω σιωπηλή μαθαίνοντας πως, αν βαθιά το θες, και επί γης τον φτιάχνεις τον παράδεισο… και επί γης…

.
X4
X5


||| Το κείμενο είναι προϊον πνευματικής ιδιοκτησίας και ως εκ τούτου προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Νόμου Ν.2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή για εμπορική χρήση. Επιτρέπεται όμως η αντιγραφή σε άλλα site και blog, αρκεί να αναφέρεται το όνομα του δημιουργού (ΕΛΕΝΗ ΝΕΣΤΟΡΑ) και η πηγή: http://www.grafomichani.com |||

A1
A2
A3
A4


ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ