Με λέξεις πιασμένες στην απόχη: "Ρωγμή"

- 21/7/2018
ΡΩΓΜΗ
γράφει η Ελένη Νέστορα




Η γιαγιά μου η Κατερίνη είχε ένα μπλε ραδιοφωνάκι. Δεν ήταν και τόσο μικρό. Ορθογώνιο σαν κουτί παιδικών παπουτσιών Νο 30, για να καταλάβετε. Στέκονταν σε τέσσερα ποδαράκια κι είχε δυο στρογγυλά κουμπιά αριστερά κι ένα ηχείο δεξιά. Δώρο ενός μακρινού ξαδέλφου που ζούσε στην Αμερική.
Θυμάμαι έπαιζε ολημερίς. Το κουβαλούσε σ’ όποιο δωμάτιο πήγαινε. Το έφερνε και στο σπίτι μας σαν έρχονταν μουσαφίρισσα για μερικές μέρες κανα δυο φορές το χρόνο. Ήταν τα μάτια και τ’ αυτιά της στον κόσμο. Ο δικός της κόσμος ήταν μικρός, όσος χωρά σε μια μικρή πλατεία επαρχιακής πόλης. Σαν πατούσε το κουμπί του όμως, μεγάλωνε και κείνη ταξίδευε.
Σα να τη βλέπω καθισμένη μπροστά στο παραθύρι, μόλις τέλειωνε τις δουλειές της, ν’ ακούει το αγαπημένο της ραδιοφωνικό σήριαλ και να κάνει σεργιάνι τους περαστικούς. Έπινε αργά το καφεδάκι της και το βλέμμα της χάνονταν κάπου μακριά.
Εκεί ακούσαμε τα νέα της εισβολής. Παγωμάρα. Να σκάει ο τζίτζικας έξω και μέσα στα σπίτια κρύο και παγωνιά. Δέκα χρονώ ήμαστε με τον αδελφό μου. Δεν καταλαβαίναμε το γιατί μα νιώθαμε πως αυτό που ξημέρωσε για καλό δεν ήταν. Μια λέξη ακούγονταν στη μικρή πλατεία. Επιστράτευση.
Πότε μας μάζεψαν απ’ το παιχνίδι, πότε μαντάλωσαν τις πόρτες, πότε σώπασε η γειτονιά δεν το κατάλαβα καλά καλά. Οι μεγάλοι μίλαγαν ψιθυριστά σα να 'θελαν να μας προστατέψουν από μιαν αόρατη απειλή κι όσα συνέβαιναν παίρνανε άλλη διάσταση.
Η γιαγιά μάς έχωσε στην αγκαλιά από μια φραντζόλα ψωμί ζεστό απ’ τον ξυλόφουρνο του Μάιου και μας ξεπροβόδισε κακήν κακώς με ρητές εντολές να πάμε γρήγορα σπίτι και να περιμένουμε τους δικούς μας απ’ τη δουλειά.
Οι δρόμοι άδειοι. Η ζέστη αφόρητη. Κι εκείνη η ησυχία. Σαν να ‘φυγαν όλοι βιαστικά. Πού και πού ακούγονταν από κάποιο ανοιχτό παράθυρο ένα ξεχασμένο ραδιόφωνο να μεταδίδει τα νεότερα. Κι ένα κλάμα, πού και πού, της μάνας κάποιου παλικαριού που το καλέσανε, ίσως. Αμίλητοι προχωράγαμε κι οι δυο. Το ψωμί, ζεστό ακόμη, έκαιγε τα χέρια μας. Μύριζε το προζύμι του μα πού όρεξη να φας.
Μυστήριο πράγμα η μνήμη, ανεξερεύνητο. Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά, σαν ξημερώσει τούτη η μέρα, νιώθω την κάψα του στα χέρια, τη μυρωδιά του στα ρουθούνια μου και μια πίκρα στο στόμα για κείνη τη ρωγμή που άνοιξε στα σωθικά της Κύπρου κι ακόμα δε λέει να κλείσει.
Μα όσο θυμάμαι, θαρρώ, τόσο δε βολεύομαι.



.
.


.
.
.

||| Το κείμενο είναι προϊον πνευματικής ιδιοκτησίας και ως εκ τούτου προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Νόμου Ν.2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή για εμπορική χρήση. Επιτρέπεται όμως η αντιγραφή σε άλλα site και blog, αρκεί να αναφέρεται το όνομα του δημιουργού (ΕΛΕΝΗ ΝΕΣΤΟΡΑ) και η πηγή: http://www.grafomichani.com |||

>  ακολουθήστε την Ελένη Νέστορα στο Facebook



ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

μικρός ταξιδευτής: @da Cruz da Rocha (click στην εικόνα)